Μετάφραση ενός τμήματος του άρθρου του Γάλλου μαρξιστή καθηγητή Φιλοσοφίας Alain Badiou, που δημοσιεύτηκε στο τελευταίο τεύχος του New Left Review, του τεύχους 49 (νέας σειράς) του Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 2008. Ουσιαστικά, το άρθρο είναι ένα κομμάτι του βιβλίου του Badiou, De quoi Sarkozy est-il le nom?, Circonstances, 4, (Nouvelles Editions Lignes, Παρίσι 2007), Τι Εννοούμε όταν Λέμε ‘Σαρκοζύ’; (του οποίου η μετάφραση στα αγγλικά αναμένεται να γίνει μέσα στο 2008 από τον εκδοτικό οίκο Verso).
Η μετάφραση αυτή δημοσιεύθηκε στο blog Κοινωνικά Κινήματα και Δίκτυα, την οποία και αναδημοσιεύουμε Στη Γαλαρία…
Οι Προϋποθέσεις του Κομουνισμού
(απόσπασμα άρθρου του Alain Badiou)
Το φάντασμα
Με μια πρώτη ματιά, θα φαινόταν ότι υπάρχει κάτι παράξενο στην επιμονή του νέου Γάλλου Πρόεδρου ότι η λύση στην ηθική κρίση της χώρας, ο στόχος της ‘ανανεωτικής’ διαδικασίας του, θα ήταν ‘το ξεκαθάρισμα με τον Μάη του 68, μια και για καλή.’ Οι περισσότεροί μας είχαμε την εντύπωση ότι για πολύ καιρό τώρα έχει μείνει πίσω στο παρελθόν αυτό το συμβάν. Τι είναι λοιπόν αυτό που κατατρύχει το καθεστώς, κάτω από το όνομα του Μάη του 68; Μπορούμε μόνο να υποθέσουμε ότι είναι το ‘φάντασμα του κομουνισμού,’ σε μια από τις τελευταίες του πραγματικές εμφανίσεις. Θα έλεγε κανείς (για να δώσουμε μια Σαρκοζιανή προσωποποίηση): ‘Αρνούμαστε να κατατρυχόμαστε εντελώς από ο,τιδήποτε. Δεν αρκεί ότι ο υπαρκτός κομουνισμός έχει εξαφανισθεί. Θέλουμε να απαγορευτούν όλες οι δυνατές μορφές του. Ακόμη κι οι προϋποθέσεις του κομουνισμού – το γενότυπο όνομα της ήττας του – πρέπει να γίνουν ακατανόμαστες.’
Αλλά ποιες είναι αυτές οι προϋποθέσεις του κομουνισμού; Με την γενότυπη έννοια, που δίνεται στους κανόνες του Μανιφέστου, ‘κομουνιστικό’ σημαίνει, πρώτα απ’ όλα, ότι η ταξική λογική – η θεμελιώδης υποδούλωση της εργασίας σε μια κυρίαρχη τάξη, το σύστημα που διατηρήθηκε από την Αρχαιότητα – δεν είναι κάτι το αναπόφευκτο: μπορεί να ξεπεραστεί. Σύμφωνα, δηλαδή, με τις προϋποθέσεις του κομουνισμού, κάποια διαφορετική συλλογική οργάνωση είναι εφικτή, κάποια οργάνωση, που θα εξαλείψει τις ανισότητες του πλούτου κι ακόμη και τον καταμερισμό της εργασίας. Η ιδιωτική ιδιοποίηση του πλούτου των ανθρώπων κι η κληρονομική μεταβίβασή του θα εξαφανιστούν. Η ύπαρξη ενός καταπιεστικού κράτους, ξεχωριστού από την κοινωνία των πολιτών, δεν θα εμφανίζεται πλέον σαν αναγκαιότητα: με μια μακρόχρονη διαδικασία αναδιοργάνωσης, βασισμένη στην ελεύθερη εταιρικότητα των παραγωγών, θα την δούμε να μαραζώνει.
Ο ‘κομουνισμός,’ σαν τέτοιος, συμβολίζει μόνο αυτό ακριβώς το γενικό σύνολο των διανοητικών αναπαραστάσεων. Είναι αυτό που ο Καντ ονόμαζε Ιδέα, κάτι που έχει μάλλον μια ρυθμιστική λειτουργία, παρά ένα πρόγραμμα. Είναι ανόητο να αποκαλούνται ουτοπιστικές τέτοιες κομουνιστικές αρχές. Με την έννοια, που τις όρισα εδώ, είναι διανοητικά μορφώματα, τα οποία πάντοτε μπορούν να πραγματοποιηθούν με διαφορετικούς τρόπους. Σαν μια καθαρή Ιδέα της ισότητας, οι προϋποθέσεις του κομουνισμού αναμφίβολα υπήρχαν από τις απαρχές του κράτους. Μόλις ακριβώς η μαζική συλλογική δράση άρχισε να αντιπαρατίθεται στην κρατική εξουσία στο όνομα της ισόνομης δικαιοσύνης, άρχισαν να εμφανίζονται και τα στοιχεία ή τα τμήματα των προϋποθέσεων του κομουνισμού. Λαϊκοί ξεσηκωμοί – όπως των σκλάβων με τον Σπάρτακο ή των αγροτών με τον Müntzer – μπορούν να αναγνωρισθούν σαν πραγματικά παραδείγματα των ‘κομουνιστικών αναλλοίωτων αρχών.’ Όμως, έγινε με την Γαλλική Επανάσταση, όταν οι προϋποθέσεις του κομουνισμού εγκαινίασαν την εποχή της νεωτερικότητας.
Αυτό που έχει σημασία είναι να προσδιορίσουμε που, σε ποιο σημείο, βρισκόμαστε σήμερα, μέσα στην ιστορική διαδρομή των προϋποθέσεων του κομουνισμού. Μια σκιαγράφηση της εποχής της νεωτερικότητας θα έδειχνε δυο μεγάλες ακολουθίες, δυο περιόδους, μέσα στην διαδρομή αυτή, μ’ ένα κενό σαράντα ετών ανάμεσά τους. Η πρώτη είναι η περίοδος της τοποθέτησης των κομουνιστικών προϋποθέσεων. Η δεύτερη είναι η περίοδος των πρώτων αποπειρών για την πραγμάτωσή τους. Η πρώτη περίοδος διαρκεί από την Γαλλική Επανάσταση ως την Κομούνα του Παρισιού – ας πούμε, από το 1792 ως το 1871. Συνδέει τα λαϊκά μαζικά κινήματα με τα προτάγματα της κατάληψης της εξουσίας, μέσα από εξεγέρσεις, που ανατρέπουν την υπάρχουσα τάξη. Αυτές οι επαναστάσεις θα καταργήσουν τις παλιές μορφές της κοινωνίας και θα εγκαταστήσουν ‘την κοινότητα των ίσων.’ Στο πέρασμα του 19ου αιώνα, τα άμορφα λαϊκά κινήματα, συγκροτούμενα από κάτοικους αστικών κέντρων, τεχνίτες και φοιτητές, μπαίνουν όλο και περισσότερο κάτω από την καθοδήγηση της εργατικής τάξης. Η κορύφωση αυτής της περιόδου γίνεται με την εντυπωσιακή καινοτομία – αλλά και την ολοκληρωτική ήττα – της Κομούνας του Παρισιού. Γιατί η Κομούνα φανέρωσε αφενός την εκρηκτική ενέργεια του συνδυασμού μεταξύ των λαϊκών κινημάτων, της ηγεσίας της εργατικής τάξης και της ένοπλης εξέγερσης, αλλά αφετέρου και τα όριά της: οι κομουνάριοι δεν μπόρεσαν ούτε να εδραιώσουν την επανάσταση στο εσωτερικό εθνικό έδαφος, ούτε να την υπερασπισθούν απέναντι στις δυνάμεις της αντεπανάστασης, που είχαν την υποστήριξη του εξωτερικού.
Η δεύτερη ιστορική περίοδος των κομουνιστικών προϋποθέσεων διαρκεί από το 1917 ως το 1976: από την Μπολσεβίκικη Επανάσταση ως το τέλος της Πολιτιστικής Επανάστασης και τις ένοπλες εξεγέρσεις σ’ ολόκληρο τον κόσμο τα χρόνια 1966-75. Η περίοδος αυτή κυριαρχείτο από το ερώτημα: πώς μπορεί να επιτευχθεί η νίκη; Πώς μπορεί να κρατήσει η επανάσταση – αντίθετα μ’ όσα έγιναν με την Κομούνα του Παρισιού – απέναντι στην ένοπλη αντίδραση των κυρίαρχων τάξεων; Πώς μπορεί να οργανωθεί η νέα εξουσία ώστε να προστατευθεί απέναντι στην αντεπίθεση των εχθρών της; Δεν πρόκειται πλέον για ερώτημα σχετικά με το πώς διατυπώνονται και πώς δοκιμάζονται οι προϋποθέσεις του κομουνισμού, αλλά για το πώς πραγματοποιούνται: αυτό που ο 19ος αιώνας ονειρευόταν, ο 20ος αιώνας το έκανε πραγματικότητα. Η εμμονή στη νίκη, επικεντρωμένη γύρω από διάφορα οργανωτικά ερωτήματα, βρήκε την κύρια έκφρασή της στη ‘σιδηρά πειθαρχία’ του κομουνιστικού κόμματος – του κύριου χαρακτηριστικού, που δομήθηκε κατά την διάρκεια της δεύτερης περιόδου των κομουνιστικών προϋποθέσεων. Το κόμμα έλυσε αποτελεσματικά το ερώτημα, που είχε κληρονομήσει από την πρώτη περίοδο: η επανάσταση επικράτησε, είτε μέσα από εξεγέρσεις ή μέσα από παρατεταμένους λαϊκούς πόλεμους, στην Ρωσία, την Κίνα, την Τσεχοσλοβακία, την Κορέα, το Βιετνάμ, την Κούβα, και κατόρθωσε να εγκαθιδρύσει μια νέα τάξη πραγμάτων.
Αλλά η δεύτερη περίοδος, με τη σειρά της, δημιούργησε ένα επιπλέον πρόβλημα, το οποίο δεν μπορούσε η ίδια να το επιλύσει χρησιμοποιώντας τις μεθόδους, που είχε αναπτύξει για την αντιμετώπιση του ερωτήματος της προηγούμενης περιόδου. Το κόμμα αποτελούσε μεν κατάλληλο εργαλείο για την ανατροπή των εξασθενισμένων αντιδραστικών καθεστώτων, αλλά αποδεικνυόταν ότι δεν ήταν σωστά προσαρμοσμένο για την οικοδόμηση της ‘δικτατορίας του προλεταριάτου,’ όπως ακριβώς την εννοούσε ο Μαρξ – δηλαδή, σαν ένα προσωρινό κράτος, το οποίο θα οργάνωνε τη μετάβαση προς την απόσυρση του κράτους, προς τη διαλεκτική ‘εξάλειψή’ του. Αντίθετα, το κόμμα-κράτος εξελισσόταν σε μια νέα μορφή αυταρχισμού. Κάποια απ’ αυτά τα καθεστώτα επέδειξαν αλματώδη πρόοδο στην εκπαίδευση, την δημόσια υγεία, την αξιοποίηση της εργασίας κ.ο.κ. και αποτέλεσαν ένα διεθνή φραγμό απέναντι στην αλαζονεία των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Όμως, οι αρχές του κρατικισμού αποδείχθηκαν από μόνες τους διεφθαρμένες και, μακροπρόθεσμα, αναποτελεσματικές. Η αστυνομική καταπίεση δεν μπορούσε να σώσει το ‘σοσιαλιστικό’ κράτος από την εσωτερική γραφειοκρατική αδράνεια. Μετά από περίπου πενήντα χρόνια εξουσίας, είχε γίνει πλέον φανερό ότι ποτέ δεν θα μπορούσε να επικρατήσει σε συνθήκες σκληρού ανταγωνισμού, που επέβαλλε ο καπιταλιστικός εχθρός. Οι τελευταίες μεγάλες αναστατώσεις της δεύτερης περιόδου – η Πολιτιστική Επανάσταση και ο Μάης του 68, με την ευρύτερη έννοια – μπορούν να γίνουν κατανοητές σαν κάποιες προσπάθειες αντιμετώπισης αυτής της κομματικής ανεπάρκειας.
Διαλείμματα
Ανάμεσα στο τέλος της πρώτης περιόδου και την αρχή της δεύτερης, υπήρχε ένα διάλειμμα, ένα ενδιάμεσο διάστημα σαράντα ετών, κατά την διάρκεια του οποίου οι κομουνιστικές προϋποθέσεις κηρύχθηκαν αβάσιμες: στις δεκαετίες από το 1871 ως το 1914, είδαμε τον ιμπεριαλισμό να θριαμβεύει σ’ όλον τον κόσμο. Μετά τον τερματισμό της δεύτερης περιόδου στην δεκαετία του 1970, βρεθήκαμε πάλι μέσα σ’ ένα τέτοιο διάλειμμα, με τον εχθρό σ’ ανοδική πορεία για μια ακόμη φορά. Το διακύβευμα σ’ αυτές και τις δυο περιστάσεις ήταν το τελικό άνοιγμα μιας νέας περιόδου στην ιστορία των κομουνιστικών προϋποθέσεων. Αλλά είναι φανερό ότι η νέα περίοδος αυτή δεν θα είναι – δεν μπορεί να είναι – η συνέχιση της δεύτερης περιόδου. Ο Μαρξισμός, το εργατικό κίνημα, η μαζική δημοκρατία, ο Λενινισμός, το κόμμα του προλεταριάτου, το σοσιαλιστικό κράτος – όλες οι ανακαλύψεις του 20ου αιώνα – στην πραγματικότητα, δεν μας είναι πλέον χρήσιμες. Στο θεωρητικό επίπεδο, οπωσδήποτε αξίζουν για περαιτέρω μελέτες και θεωρήσεις. Αλλά στο επίπεδο της πράξης της πολιτικής, έχουν γίνει ανεφάρμοστες. Η δεύτερη περίοδος έχει οριστικά τερματιστεί και δεν έχει νόημα να προσπαθούμε να την αναστηλώσουμε.
Στο σημείο αυτό, που είμαστε μέσα σ’ ένα διάλειμμα, στο οποίο κυριαρχεί ο εχθρός, κι όταν οι νέοι πειραματισμοί αρχίζουν δειλά να σκιαγραφούνται, δεν είναι δυνατό να πούμε με βεβαιότητα ποιος θα είναι ο χαρακτήρας της επερχόμενης τρίτης περιόδου. Όμως, η γενική κατεύθυνσή της φαίνεται να είναι ορατή: θα έχει να κάνει με μια νέα σχέση μεταξύ του πολιτικού κινήματος και του επιπέδου του ιδεολογικού – μια σχέση που έχει ήδη προαπεικονισθεί στην έκφραση ‘πολιτιστική επανάσταση’ ή στην ιδέα του Μάη του 68 για μια ‘επανάσταση του νου.’ Θα πρέπει να κρατήσουμε ακόμη τα θεωρητικά και τα ιστορικά μαθήματα, που βγήκαν από την πρώτη περίοδο, και την κεντρική σημασία της νίκης, που βγήκε από τη δεύτερη περίοδο. Αλλά η λύση δεν θα είναι ούτε το άμορφο, ή πολυμορφικό, λαϊκό κίνημα, που εμπνέεται από τις ιδέες του πλήθους – όπως πιστεύουν ο Νέγκρι κι οι υποστηρικτές της εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης – ούτε το ανανεωμένο κι εκδημοκρατισμένο μαζικό κομουνιστικό κόμμα, όπως ελπίζουν κάποιοι Τροτσκιστές και Μαοϊκοί. Το κίνημα (του 19ου αιώνα) και το κόμμα (του 20ου αιώνα) αντιστοιχούσαν σε ειδικές μορφές των κομουνιστικών προϋποθέσεων και δεν είναι πλέον δυνατό να επιστρέψουμε σ’ αυτές. Αντίθετα, μετά από τις αρνητικές εμπειρίες των ‘σοσιαλιστικών’ κρατών και τα αμφιλεγόμενα μαθήματα της Πολιτιστικής Επανάστασης και του Μάη του 68, το καθήκον μας είναι να φέρουμε σε ύπαρξη τις κομουνιστικές προϋποθέσεις κάτω από κάποιες άλλες μορφές, να τις βοηθήσουμε να αναδυθούν μέσα σε κάποιες νέες μορφές πολιτικών εμπειριών. Γι’ αυτό, η δουλειά μας είναι τόσο πολύπλοκη, τόσο πειραματική. Πρέπει μάλλον να εστιασθούμε στις συνθήκες ύπαρξης των κομουνιστικών προϋποθέσεων, παρά απλώς να βελτιώσουμε τις μεθόδους εφαρμογής τους. Χρειάζεται να επανα-εγκαταστήσουμε τις κομουνιστικές προϋποθέσεις – την πρόταση ότι η υποδούλωση της εργασίας στην κυρίαρχη τάξη δεν είναι αναπόφευκτη – μέσα στην ιδεολογική σφαίρα.
Τι θα μπορούσε αυτό να συμπεριλαμβάνει; Πειραματικά, θα μπορούσαμε να σκεφτούμε να βρούμε ένα σημείο, το οποίο θα βρισκόταν έξω από την παροδικότητα της κυρίαρχης τάξης και αυτού, που κάποτε ο Lacan είχε ονομάσει ‘υπηρεσία του πλούτου.’ Οποιοδήποτε σημείο, στο βαθμό που βρίσκεται σε τυπική αντίθεση με κάθε τέτοια υπηρεσία και που παρέχει την πειθαρχία μιας καθολικής αλήθειας. Ένα τέτοιο σημείο θα μπορούσε να ήταν η δήλωση: ‘Υπάρχει μόνο ένας κόσμος.’ Τότε, τι συνέπειες θα υπήρχαν; Ο σύγχρονος καπιταλισμός περηφανεύεται, φυσικά, ότι έχει δημιουργήσει μια παγκόσμια τάξη. Οι αντίπαλοί του ομιλούν επίσης για μια ‘εναλλακτική παγκοσμιοποίηση.’ Ουσιαστικά, προτείνουν έναν ορισμό της πολιτικής σαν το πρακτικό μέσο, που θα μας βοηθήσει να πορευτούμε από τον κόσμο, όπως είναι, προς τον κόσμο, όπως θα επιθυμούσαμε να ήταν. Αλλά όμως, υπάρχει όντως ένας μοναδικός κόσμος των ανθρώπινων υποκειμένων; Ο ‘ένας κόσμος’ της παγκοσμιοποίησης είναι μόνο κόσμος πραγμάτων – αντικειμένων προς πώληση – και χρηματικών συμβόλων: είναι η παγκόσμια αγορά, όπως την είχε προβλέψει ο Μαρξ. Η συντριπτική πλειονότητα του πληθυσμού έχει, στην καλύτερη περίπτωση, μόνο περιορισμένη πρόσβαση σ’ αυτόν τον κόσμο. Είναι αποκλεισμένη, στην κυριολεξία, έξω απ’ αυτόν.
Η πτώση του Τοίχους του Βερολίνου υποτίθεται ότι σηματοδότησε την έλευση ενός ενιαίου κόσμου της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Μετά από είκοσι χρόνια, είναι φανερό ότι οι τοίχοι του κόσμου έχουν απλώς μετατοπιστεί: αντί να διαχωρίζουν Ανατολή και Δύση, τώρα διαιρούν τον πλούσιο καπιταλιστικό Βορρά από τον φτωχό και ρημαγμένο Νότο. Νέοι τοίχοι υψώνονται σ’ ολόκληρο τον κόσμο: μεταξύ Παλαιστίνης και Ισραήλ, μεταξύ Μεξικού και Ηνωμένων Πολιτειών, μεταξύ Αφρικής και Ισπανικών θυλάκων, μεταξύ των απολαύσεων των πλουσίων και των επιθυμιών των φτωχών, είτε πρόκειται για αγρότες σε χωριά ή για κατοίκους αστικών κέντρων, στα Βραζιλιάνικα φαβέλας, στα Γαλλικά προάστια, στις φυτείες, στους ξενώνες, στα κατειλημμένα κτίρια και στις παραγκουπόλεις. Το τίμημα του δήθεν ενιαίου κόσμου του κεφαλαίου είναι η βάναυση διαίρεση της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα σε περιοχές, που χωρίζονται μεταξύ τους με σκυλιά της αστυνομίας, γραφειοκρατικούς ελέγχους, ναυτικές περιπόλους, αγκαθωτά συρματοπλέγματα και απελάσεις. Το ‘μεταναστευτικό πρόβλημα’ είναι, στην πραγματικότητα, το γεγονός ότι οι συνθήκες, που αντιμετωπίζουν οι εργάτες άλλων χωρών, αποτελούν ζωντανή απόδειξη του γεγονότος ότι – με ανθρώπινους όρους – ο ‘ενοποιημένος κόσμος’ της παγκοσμιοποίησης δεν είναι παρά μια απάτη, μια υποκρισία.
Η ερμηνευτική ενότητα
Επομένως, το πολιτικό πρόβλημα πρέπει να αντιστραφεί. Δεν μπορούμε να αρχίζουμε με μια αναλυτική συμφωνία για την ύπαρξη του κόσμου και μετά να προχωρούμε σε κανονιστικές δράσεις ως προς τα χαρακτηριστικά του. Η διαφωνία δεν είναι για τις ιδιότητες, αλλά για την ύπαρξη του μοναδικού κόσμου. Αντιμέτωποι με την τεχνητή κι εγκληματική διαίρεση του ενός κόσμου σε δυο κόσμους – ένας διαχωρισμός που απορρέει από το ίδιο το όνομα της ‘Δύσης’ – πρέπει να διαβεβαιώσουμε την ύπαρξη του μοναδικού κόσμου ακριβώς από την αφετηρία μας, σαν αξίωμα και σαν αρχή. Η απλή φράση, ‘υπάρχει μόνο ένας κόσμος,’ δεν αποτελεί κάποιο αντικειμενικό συμπέρασμα. Είναι η ερμηνεία, η εκτέλεση μιας πράξης: αποφαινόμαστε ότι έτσι πρέπει να είναι για μας. Όντας πιστοί σ’ αυτό το σημείο, στη συνέχεια, το μόνο ζήτημα που εγείρεται είναι η αποσαφήνιση των συνεπειών, οι οποίες απορρέουν απ’ αυτήν την απλή δήλωση.
Μια πρώτη συνέπεια είναι η αναγνώριση του γεγονότος ότι όλοι ανήκουν στον ίδιο κόσμο με μένα: ο Αφρικανός εργάτης, που βλέπω στην κουζίνα του εστιατορίου, ο Μαροκινός, που βλέπω να σκάβει μια τρύπα στον δρόμο, η γυναίκα με τη μαντίλα στο κεφάλι, που προσέχει τα παιδιά στο πάρκο. Εδώ ακριβώς είναι που αντιστρέφουμε την κυρίαρχη ιδέα για τον έναν κόσμο, τον οποίον τον ενώνουν μόνο τα αντικείμενα και τα σύμβολα, έτσι ώστε να μπορέσουμε να δούμε την ενότητα σε σχέση με τα ζωντανά, με τα ενεργά όντα, εδώ και τώρα. Αυτοί οι άνθρωποι, που είναι διαφορετικοί από μένα σε σχέση με την γλώσσα, τα ρούχα, την θρησκεία, την τροφή, την εκπαίδευση, υπάρχουν ακριβώς όπως υπάρχω εγώ ο ίδιος. Αφού υπάρχουν όπως εγώ, μπορώ να συζητώ μαζί τους – και, όπως μ’ οποιονδήποτε άλλο, μπορούμε να συμφωνούμε ή να διαφωνούμε για κάτι τι. Αλλά, πάντοτε κάτω από τον προκαταρκτικό όρο ότι αυτοί κι εγώ υπάρχουμε στον ίδιο κόσμο.
Στο σημείο αυτό, μπορεί να ακουστεί η αντίρρηση για τις πολιτιστικές διαφορές: ο κόσμος ‘μας’ αποτελείται απ’ αυτούς, που αποδέχονται τις αξίες ‘μας’ – την δημοκρατία, το σεβασμό προς τις γυναίκες, τα ανθρώπινα δικαιώματα. Εκείνοι, των οποίων η κουλτούρα είναι αντίθετη σ’ αυτά, δεν αποτελούν, στην πραγματικότητα, μέρος του ίδιου κόσμου. Αν επιθυμούν να ενταχθούν σ’ αυτόν, πρέπει να συμμερισθούν τις αξίες μας, να ‘ενσωματωθούν’ μαζί μας. Όπως το έβαλε ο Σαρκοζύ: ‘Αν οι ξένοι θέλουν να παραμείνουν στην Γαλλία, πρέπει να αγαπήσουν την Γαλλία. Αλλιώς, πρέπει να φύγουν.’ Αλλά, θέτοντας όρους είναι σαν να έχουμε ήδη εγκαταλείψει την αρχή ότι ‘υπάρχει ένας μοναδικός κόσμος για όλους τους ζωντανούς άνδρες και γυναίκες.’ Μπορεί να ειπωθεί ότι πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη μας τους νόμους κάθε χώρας. Πράγματι. Αλλά οι νόμοι δεν θέτουν προκαταρκτικούς όρους για την ένταξη στον κόσμο. Είναι απλώς και μόνο μεταβαλλόμενοι κανόνες, που εφαρμόζονται σε συγκεκριμένες περιοχές του ενιαίου κόσμου. Κι από κανέναν δεν απαιτείται να αγαπά τους νόμους, μόνο να τους υπακούει. Ο μοναδικός κόσμος όλων των ζωντανών γυναικών κι ανδρών, φυσικά, και μπορεί να έχει νόμους. Αυτό, που δεν μπορεί να έχει, είναι υποκειμενικούς ή ‘πολιτιστικούς’ προκαταρκτικούς όρους για την ύπαρξη σ’ αυτόν – να απαιτεί, δηλαδή, ότι πρέπει να είναι κανείς όπως ο κάθε άλλος. Ο ενιαίος κόσμος είναι ακριβώς το μέρος, στο οποίο ένα απεριόριστο σύνολο διαφορών μπορούν να συνυπάρχουν. Από φιλοσοφικής άποψης, αντί να δημιουργούν αμφιβολίες για την ενότητα του κόσμου, αυτές οι διαφορές είναι ακριβώς οι ίδιες οι αρχές της ύπαρξής του.
Αλλά τότε εγείρεται το ερώτημα αν υπάρχει κάτι που να διέπει αυτές τις απεριόριστες διαφορές. Μπορεί μεν να υπάρχει μόνο ένας κόσμος, αλλά αυτό σημαίνει ότι δεν θα έχει σημασία αν είναι κανείς Γάλλος ή Μαροκινός, που ζει στην Γαλλία, η Μουσουλμάνος μέσα σε μια χώρα Χριστιανικών παραδόσεων; Ή μήπως πρέπει να δούμε σαν εμπόδιο την εμμονή σε τέτοιες ταυτότητες; Ο απλούστατος ορισμός της ‘ταυτότητας’ είναι ότι αποτελεί μια σειρά χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων, με τις οποίες ένα άτομο ή μια ομάδα αναγνωρίζεται η ίδια σαν ο ‘εαυτός’ της. Αλλά τι είναι αυτός ο ‘εαυτός’ της; Είναι εκείνο που, μέσα από όλες τις χαρακτηριστικές ιδιότητες της ταυτότητας, παραμένει λιγότερο ή περισσότερο αναλλοίωτο. Επομένως, μπορούμε να πούμε ότι η ταυτότητα είναι το σύνολο των ιδιοτήτων, που διατηρούν το αναλλοίωτο. Για παράδειγμα, η ταυτότητα ενός καλλιτέχνη είναι τα πράγματα εκείνα, με τα οποία το αναλλοίωτο του στιλ του/της μπορούν να αναγνωριστούν. Η ομοφυλοφιλική ταυτότητα συγκροτείται από όλα εκείνα τα πράγματα, που εστιάζονται στο αναλλοίωτο του πιθανού αντικειμένου της επιθυμίας. Η ταυτότητα μιας ξένης κοινότητας σε κάποια χώρα είναι όλα εκείνα τα πράγματα, με τα οποία ή υπαγωγή σ’ αυτήν την κοινότητα μπορεί να αναγνωριστεί: η γλώσσα, οι χειρονομίες, η ένδυση, οι διαιτητικές συνήθειες κτλ.
Αν έχει ορισθεί μ’ αυτόν τον τρόπο, μέσω των αναλλοίωτων, η ταυτότητα σχετίζεται με την διαφορά μέσω δυο τρόπων: από τη μια μεριά, η ταυτότητα είναι αυτό, που διαφέρει από τα υπόλοιπα, κι από την άλλη μεριά, είναι αυτό, που δεν μπορεί να γίνει διαφορετικό, αυτό που παραμένει αναλλοίωτο. Γι’ αυτό, η δήλωση της ταυτότητας έχει δυο πλευρές. Η πρώτη πλευρά είναι αρνητική. Αναφέρεται στον απεγνωσμένο ισχυρισμό ότι δεν είμαι ο άλλος. Συχνά αυτό είναι κάτι απαραίτητο, για παράδειγμα, απέναντι στις αυταρχικές πιέσεις για ενσωμάτωση. Ο Μαροκινός εργάτης είναι αναγκασμένος να δηλώσει ότι οι παραδόσεις κι οι συνήθειές του δεν είναι αυτές του μικροαστού Ευρωπαίου. Επιπλέον, θα ενδυναμώσει τα χαρακτηριστικά της θρησκευτικής ή εθιμικής ταυτότητάς του. Η δεύτερη πλευρά έχει να κάνει με την αυτοφυή (εμμενή) διαμόρφωση της ταυτότητας μέσα σε μια νέα κατάσταση – κάτι σαν το περίφημο απόφθεγμα του Νίτσε, ‘γίνε ό,τι είσαι.’ Ο Μαροκινός εργάτης δεν εγκαταλείπει αυτά, που συγκροτούν την ατομική ταυτότητά του, είτε μέσα στην οικογένεια ή μέσα στην κοινωνία. Αλλά όλα αυτά θα τα προσαρμόσει σταδιακά μ’ έναν δημιουργικό τρόπο, ανάλογα με την θέση, στην οποία βρίσκεται. Θα αντιληφθεί, έτσι, αυτό που είναι – ένας Μαροκινός εργάτης στο Παρίσι – όχι μέσω μιας εσωτερικής ρήξης, αλλά μιας επέκτασης της ταυτότητάς του.
Οι πολιτικές συνέπειες του αξιώματος, ότι ‘υπάρχει μόνο ένας κόσμος,’ θα λειτουργήσουν λοιπόν, έτσι, όπως χρειάζεται, για να εδραιωθούν αυτά, που είναι καθολικά στις ταυτότητες. Για παράδειγμα – ένα τοπικό πείραμα – μια συνάντηση, που έγινε πρόσφατα στο Παρίσι, στην οποία μετανάστες χωρίς έγγραφα και Γάλλοι πολίτες μαζεύτηκαν, για να απαιτήσουν την κατάργηση των νόμων καταδίωξης, των εφόδων της αστυνομίας και των απελάσεων. Για να απαιτήσουν την αναγνώριση των ξένων εργατών απλώς και μόνο πάνω στην βάση της παρουσίας τους. Γιατί κανείς δεν είναι παράνομος. Αιτήματα πολύ φυσικά για ανθρώπους, που βασικά βρίσκονται στην ίδια κατάσταση ύπαρξης – για ανθρώπους του ίδιου κόσμου.
Χρόνος και θάρρος
‘Μέσα σε μια τέτοια μεγάλη δυστυχία, τι μένει σε σένα;’ ρωτάται η Μήδεια από τον έμπιστο φίλο της στο έργο του Κορνέιγ. ‘Ο εαυτός μου! Ο εαυτός μου, λέω, κι αρκεί,’ είναι η απάντησή της. Αυτό που διατηρεί η Μήδεια είναι το θάρρος να αποφασίζει για την δική της μοίρα. Και το θάρρος, θα πρότεινα, είναι η κύρια αρετή μπροστά στον αποπροσανατολισμό, ακόμη και της τωρινής εποχής. Κι ο Lacan επίσης αναφέρεται στο ζήτημα αυτό, όταν συζητά την αναλυτική θεραπεία της κατάθλιψης: επομένως, δεν θα έπρεπε να καταλήξουμε στις μεγάλες συζητήσεις της διαλεκτικής πάνω στο θέμα του θάρρους και της δικαιοσύνης, ακολουθώντας τη μέθοδο των διαλόγων του Πλάτωνα; Στον περίφημο ‘Διάλογο για το Θάρρος,’ ο στρατηγός Λάχης, ερωτώμενος από τον Σωκράτη, απαντά: ‘Θάρρος είναι όταν βλέπω τον εχθρό και τρέχω καταπάνω του, για να μονομαχήσω μαζί του.’ Ο Σωκράτης, φυσικά, δεν είναι ιδιαίτερα ικανοποιημένος μ’ αυτήν την απάντηση κι ευγενικά θέτει το πρόβλημα στον Λάχητα: ‘Αυτό είναι ένα καλό παράδειγμα του θάρρους, αλλά ένα παράδειγμα δεν είναι ορισμός.’ Διατρέχοντας τον ίδιο κίνδυνο με τον στρατηγό Λάχητα, θα δώσω τον δικό μου ορισμό.
Πρώτα απ’ όλα, θα κρατήσω την έννοια του θάρρους σαν μια αρετή – δηλαδή, όχι σαν μια έμφυτη διάθεση, αλλά σαν κάτι, που από μόνο του δομείται, και σαν το αποτέλεσμα, στην πράξη, αυτής της δόμησης. Το θάρρος, τότε, είναι η αρετή, η οποία εκδηλώνεται με την καρτερικότητα για κάτι που δεν είναι δυνατό να συμβεί, για το αδύνατο. Δεν πρόκειται για ζήτημα στιγμιαίας συνάντησης με το αδύνατο: αυτό θα ήταν ηρωισμός, όχι θάρρος. Η αναπαράσταση του ηρωισμού πάντοτε γινόταν σαν μια στάση ζωής, όχι σαν μια αρετή: σαν η στιγμή, που στρέφεται κανείς να συναντήσει κατάμουτρα το αδύνατο. Η αρετή του θάρρους δομείται με την καρτερικότητα για το αδύνατο: ο χρόνος είναι η πρώτη της ύλη. Αυτό, που περιέχεται στο θάρρος, είναι μια ενέργεια, η οποία γίνεται σε διαφορετικό χρόνο (durée) απ’ αυτόν, που επιβάλλεται από τους νόμους του κόσμου. Το αναζητούμενο λοιπόν σημείο πρέπει να είναι κάποιο σημείο, το οποίο να μπορεί να μας συνδέσει με μια άλλη τάξη του χρόνου. Όσοι βρίσκονται φυλακισμένοι μέσα στην χρονικότητα, την οποία μας την καθορίζει η κυρίαρχη τάξη, θα τείνουν πάντοτε να αναφωνάζουν, όπως κάνουν τόσοι πολλοί οπαδοί του Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, ‘Δώδεκα χρόνια με τον Σιράκ και τώρα πρέπει να περιμένουμε για έναν άλλο γύρο εκλογών. Δεκαεφτά χρόνια. Ίσως, εικοσιδύο. Μια ολόκληρη ζωή!’ Στην καλύτερη περίπτωση, θα προκαλέσουν στους εαυτούς τους κατάθλιψη και αποπροσανατολισμό.
Από πολλές πλευρές, βρισκόμαστε σήμερα πλησιέστερα στα ερωτήματα του 19ου αιώνα από όσο στην επαναστατική ιστορία του 20ου. Μια μεγάλη ποικιλία φαινομένων του 19ου αιώνα επανεμφανίζονται σήμερα: οι τεράστιες ζώνες φτώχειας, οι διευρυμένες ανισότητες, οι πολιτικές, που είναι ξεθωριασμένες μέσα στην ‘υπηρεσία του πλούτου,’ ο μηδενισμός ενός μεγάλου τμήματος της νεολαίας, η υποτακτικότητα ενός μεγάλου μέρους της διανόησης. Αλλά κι ο καθηλωμένος, εγκλεισμένος πειραματισμός κάποιων λίγων ομάδων, που αναζητούν νέους τρόπους, για να εκφράσουν τις προϋποθέσεις του κομουνισμού … Κι αυτός είναι ο λόγος, δίχως αμφιβολία, γιατί, όπως στον 19ο αιώνα, το σημερινό διακύβευμα δεν είναι η νικηφόρα επαλήθευση των κομουνιστικών προϋποθέσεων, αλλά οι ίδιες οι συνθήκες της ύπαρξής τους. Αυτό είναι το καθήκον μας, κατά τη διάρκεια του αντιδραστικού διαλείμματος, που τώρα επικρατεί: μέσα από τον συνδυασμό των διαδικασιών σκέψης – πάντοτε παγκόσμιων ή καθολικών, σε χαρακτήρα – και των πολιτικών εμπειριών – πάντοτε τοπικών ή ιδιαίτερων, αλλά όμως μεταβιβάσιμων – οφείλουμε να ανανεώσουμε τις συνθήκες ύπαρξης των προϋποθέσεων του κομουνισμού, μέσα στη συνείδησή μας και πάνω στην γη.



