Εδώ και αρκετές μέρες διαπιστώνεται μία καθίζηση της έντασης πολιτικής έκφρασης του ΣΥΡΙΖΑ. Πραγματικά ένα περίεργο φαινόμενο το οποίο δε μπορεί να δικαιολογηθεί από την ισχυροποίηση του Αριστερού σχηματισμού στην κοινή γνώμη αλλά ούτε και από την πολιτική αντζέντα που γίνεται ολοένα πιο σκληρά νεοφιλελεύθερη και βλαπτική για το λαό.
Και επειδή δεν είμαστε στο “μυαλό” του ΣΥΡΙΖΑ παραθέτουμε μία ενδιαφέρουσα αναζήτηση-ανάλυση για τα τεκταινόμενα εντός-εκτός-και-επί-ταυτά από τοn χώρο Σκέψεις για τον ΣΥΡΙΖΑ
Γιατί κατέβασε ταχύτητα ο ΣΥΡΙΖΑ; 20/06/2008
Μετά την πανελλαδική σύσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ, μια αόρατος χειρ τράβηξε χειρόφρενο. Και η διαδικασία που στο ΣΕΦ ξεκίνησε με τόσο ενθουσιασμό και συμμετοχή, σήμερα φαίνεται να επιβραδύνεται. Στα απόνερα της συνεχιζόμενης επίθεσης της κυβέρνησης της ΝΔ, αλλά και της συνεχιζόμενης αδυναμίας και ανικανότητας του ΠΑΣΟΚ να εκφράσει μια οποιαδήποτε εναλλακτική διέξοδο, στα απόνερα των δικομματικών σκανδάλων που επιβεβαιώνουν ότι πρόκειται για όμοια στην πολιτική τους κόμματα εξουσίας, ο ΣΥΡΙΖΑ αντί να κλιμακώσει, έχει κατεβάσει ταχύτητα.
Για πολλούς συντρόφους μέσα και δίπλα στον ΣΥΡΙΖΑ, προκαλεί απορία η σημερινή κατάσταση. Σαν να μην υπάρχουν αποφάσεις της σύσκεψης που πρέπει να εφαρμοστούν, σαν να μην υπάρχουν κοινές προωθητικές ιδέες και πρωτοβουλίες, σαν να μην είναι εύφορο το έδαφος για μια νέα επίθεση της ριζοσπαστικής αριστεράς.
Τι είναι αυτό που αντί να οδηγεί τον ΣΥΡΙΖΑ σε επιτάχυνση, φέρνει μια αμήχανη αναμονή, μια αίσθηση ανακύκλωσης και τελμάτωσης;
Πρώτον: Οι αποφάσεις της Πανελλαδικής Σύσκεψης μένουν τυπικό γράμμα. Δεν είναι ζήτημα νομιμότητας, είναι ζήτημα ουσίας. Κορυφαίο παράδειγμα αποτελεί η απονέκρωση των τοπικών συνελεύσεων στο επίπεδο των «εκδηλώσεων» όπου 2-3 κεντρικοί παράγοντες ή βουλευτές θα βγάζουν λογύδρια. Καμιά αίσθηση μεταφοράς αποφάσεων και αρμοδιοτήτων στη βάση, καμιά εκχώρηση αποφασιστικού ρόλου στις τοπικές συνελεύσεις. Δεύτερο παράδειγμα αποτελεί η συνεχιζόμενη πραξικοπηματική καταστρατήγηση της ομόφωνης πανηγυρικής απόφασης για την επιτροπή τύπου και την πλουραλιστική εκπροσώπηση. Κι όταν ακόμη τόλμησε ο εκπρόσωπος τύπου του ΣΥΝ Α.Κ. να το θέσει (στον ΣΥΝ και όχι στον ΣΥΡΙΖΑ), εισέπραξε μεγαλοπρεπή άρνηση των μόνιμων πανελοκένταυρων της δεξιάς πτέρυγας.
Δεύτερο: Οι συσχετισμοί δεν ανατρέπονται με επικοινωνιακή και μόνο διαχείριση. Δεν είναι ζήτημα κλιμάκωσης της αντιπολίτευσης του ΣΥΡΙΖΑ στη Βουλή και στα κανάλια. Δεν είναι ζήτημα καλής και πειστικής εμφάνισης της ηγεσίας του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ στις τηλεοπτικές της εμφανίσεις. Είναι ζήτημα πραγματικής αντιπολίτευσης σε μια κυβέρνηση που επιχειρεί φυγή προς τα μπρος και μάλιστα σε άγρια – νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση. Οι θριαμβολογίες επομένως για την αριστερά που πάει καλά, δεν αρκούν. Για την ακρίβεια γίνονται προβληματικές όσο η αριστερά πάει καλά και η καθημερινότητα του εργαζόμενου κόσμου πάει άσχημα. Όσο οι καλές μέρες για την αριστερά συνυπάρχουν με τις ακόμη καλύτερες μέρες για τον νεοφιλελευθερισμό και το κεφάλαιο. Όσο η δημοσκοπική ενίσχυση του ΣΥΡΙΖΑ δεν μετασχηματίζεται σε μαζικούς αποτελεσματικούς αγώνες που θα παράξουν πραγματικές νίκες και αποτελέσματα. Τότε θα συνυπάρχει η αντίφαση της κυβέρνησης που γίνεται όσο πιο αντιλαϊκή πάει, της αξιωματικής αντιπολίτευσης που βυθίζεται όλο και πιο πολύ στην κρίση, αλλά και του ΣΥΡΙΖΑ που δεν μπορεί να κάνει την ανατροπή.
Τρίτο: Οι αμφίσημες, θολές και δίγλωσσες τοποθετήσεις, ακόμη κι αν δεν γίνονται πρώτο θέμα στον κόσμο των ΜΜΕ, έχουν σημασία και επιρροή στον κόσμο της αριστεράς. Η τοποθέτηση της ηγεσίας του ΣΥΝ για τις πρόσφατες κινητοποιήσεις στα ΑΕΙ και ΤΕΙ για τις πρυτανικές εκλογές, η ανακύκλωση της συζήτησης περί συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ (Κύρκος, Κωνσταντόπουλος και όχι μόνο), η αποχή τεσσάρων βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ από την καταψήφιση της Ευροσυνθήκης, αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Δεν δίνουμε εικόνα ανατροπής. Δίνουμε εικόνα αγχωμένης αναζήτησης αντιπροτάσεων στα δικά τους πλαίσια. Δεν μας λείπει η πρόταση εξουσίας. Μας λείπει η διατύπωσή της καθαρά και ευθαρσώς έξω και αντίθετα από τα δικομματικά, νεοφιλελεύθερα δόγματα. Και το ερώτημα για τη συνέχεια είναι αν θα εξακολουθούμε να θεωρούμε την αμφισημία και την διπλότητα, δύναμη ή αδυναμία.
Τέταρτο: Περίσσεψαν τα αρπάγματα και οι τσακωμοί μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ αλλά πολύ περισσότερο μέσα στον ΣΥΝ. Οι τσακωμοί και οι διασπάσεις δεν είναι κατ’ ανάγκη κακές. Μπορεί να είναι δημιουργικές στο βαθμό που απελευθερώνουν δυναμικές και νέες προσδοκίες. Εδώ όμως έχουμε τσακωμό για θέσεις και πόστα στην αναδιανομή εξουσίας κατά την μετά – Αλαβάνου εποχή. Χαριτωμένες οι αιτιάσεις για διαγραφή των τριών βουλευτών του ΣΥΝ που απείχαν από την καταψήφιση της Ευρωσυνθήκης. Για εμένα είναι σωστές. Είναι όμως υποκριτικές και αδιέξοδες όταν είναι εκ των προτέρων γνωστό ότι δεν θα οδηγήσουν πουθενά, ότι εντάσσονται στο εσωκομματικό παιχνίδι με τους μεν να δείχνουν τα δόντια τους, τους δε να απαντάνε υπερασπιζόμενοι το ακαταλόγιστο της προσωπικής συνείδησης, και το δίδυμο Τσίπρα – Αλαβάνου να θεωρεί ότι όσο παίζει το ρόλο του συμφιλιωτή και του διαμεσολαβητή θα προσφέρει καλές υπηρεσίες στην ανατροπή του πολιτικού σκηνικού. Αμ δε.
Πέμπτο: Λείπουν οι πραγματικές πρωτοβουλίες στο κοινωνικό επίπεδο που θα συσσωρεύσουν τεράστιες δυνάμεις για πολιτικές ανατροπές. Τα πάντα γίνονται στο επίπεδο της υψηλής πολιτικής. Και οι οργανωμένες δυνάμεις με πρώτη και καλύτερη τον ΣΥΝ όχι μόνο γράφουν στα παλιά τους υποδήματα τις διαδικασίες του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά καίγονται για την κομματική ανασυγκρότηση των οργανώσεων τους. Καλή η κομματική ανοικοδόμηση του ΣΥΝ, αλλά αυτή δεν μπορεί να γίνεται σε βάρος των διαδικασιών του ΣΥΡΙΖΑ (όπως συμβαίνει στην πράξη), ούτε πολύ περισσότερο σε βάρος κινηματικών πρωτοβουλιών, πυροδότησης αγώνων, οργάνωσης του εργαζόμενου κόσμου για να απαντηθεί η απόγνωση της ακρίβειας, των ιδιωτικοποιήσεων, της φτώχειας.
Είναι υπερβολικό να ζητάμε κάτι παραπάνω από το δημοσκοπικό διψήφιο νούμερο; Αν βλέπουμε τον ΣΥΡΙΖΑ σαν μια από τα ίδια, είναι θρασύ, ανυπόμονο και ανεδαφικό. Ναι, μας φτάνει και μας περισσεύει σε αυτή την περίπτωση το 15 ή το 12 ή το 17%.
Αν όμως ζητάμε πραγματική ανατροπή του πολιτικού σκηνικού, πρέπει να αναλογιστούμε γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ τράβηξε χειρόφρενο. Και αν θέλουμε να μην είμαστε πολιτικά αφελείς θα πρέπει να αναλογιστούμε αν αυτό το τράβηγμα δεν είναι ασυνείδητη αντανάκλαση αλλά συνειδητή πολιτική επιλογή.
Αυτό το ερώτημα θέλει διερεύνηση…




E στο μυαλό του ΣΥΡΙΖΑ δεν είσαι, ούτε κι εγώ, αλλά πώς το βλέπεις από τη μεριά σου το όλο θέμα?
Σίγουρα αρνητικό και προβληματικό. Το κυριότερο για μένα είναι ότι αυτό προέρχεται από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και προφανώς κάποιους από τον ΣΥΝ.
Αν για παράδειγμα υπήρχε ένταση μεταξύ ομάδων που συμμετείχαν στον ΣΥΡΙΙΖΑ θα ήταν διαφορετικά τα συμπεράσματα. Αυτή τη στιγμή φαίνεται ο ΣΥΝ να μη μπορεί να διαχειριστεί – με την καλή έννοια – τις δυνάμεις που καλείται εκφράσει και επαγγέλεται ότι μέσω του ΣΥΡΙΖΑ τους δίνει χώρο και βήμα.
Από το παραπάνω κείμενο φαίνεται ξεκάθαρα ότι δυνάμεις υπάρχουν που θεωρούν ότι εκφράζονται (ή έτσι ελπίζουν) από τον ΣΥΡΙΖΑ χωρίς όμως να τους δίνεται η ευκαιρία να δημιουργήσουν καταστάσεις…
Από την άλλη πλευρά ο ΣΥΡΙΖΑ είναι υπερεκτιμημένος σε “αγωνιστική αξία”, διότι ποτέ δεν επιχείρησε και δεν κατάφερε να ξεκινήσει κάτι, να δώσει σύνθημα. Οπότε κατα την γνώμη μου δεν είναι μη αναμενόμενο το ζήτημα που προκύπτει. Και πιστεύω στο εξής θα γίνει χειρότερη η κατάσταση, γιατί διάφορες δυνάμεις πλέον περιμένουν από τον ΣΥΡΙΖΑ και θα είναι ακόμα πιο δύσκολο για αυτές να πάρουν πρωτοβουλίες ώστε να “ξεκολλησει” το πράγμα.
Η αποψή μου είναι πως το μπάχαλο που επικράτησε στις σχολές των ΑΕΙ το τελευταίο διάστημα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε αυτό το μούδιασμα που περιγράφεται. Αντί δηλαδή να επιχειρηθεί να δημιουργηθεί μετά το Πάσχα μπλοκ (όταν ο Στυλιανήδης έβγαζε λόγους) αφέθηκαν απλά κάποιοι πυρήνες να δράσουν αυτόνομα και αυτό ερμηνεύτηκε ως τραμπουκισμός διότι η μάζα δε συμμετείχε (άσχετα αν σε κάποιο βαθμό εκφραζόταν από τις διάφορες αντιδράσεις).
Τώρα αυτά νομίζω είναι σωστότερο να μπούν σε ένα γενικότερο πλαίσιο που κατα τη γνώμη μου δε πρεπει να περιλαμβάνουν μόνο την κοινοβουλευτική αριστερα. Βλέπω μία γενικότερη αδυναμία να χτυπήθουν οι δυνάμεις της κεντροδεξιάς. Είτε αφορούν ρηχήτητα θέσεων είτε αχαλίνωτο νεοφιλελευθερισμό.
Και το ΚΚΕ έχει πρόβλημα, και φυσικά το ΠΑΣΟΚ ακόμα μεγαλύτερο.
Για να δει κάποιος ότι δεν υπάρχει πολιτική δύναμη η οποία να είναι έτοιμη να διαχειριστεί την αντεπίθεση και τη λαϊκή δυσαρέσκεια, θα αναφέρω ότι είναι εποχή πολιτικής ρευστότητας οπότε αν υπήρχε αυτή η δύναμη σε ένα 4μηνο θα είχε πάρει 3-4% σίγουρα. Όπως συνέβη και με τον ΣΥΡΙΖΑ και σε ένα μικρό διάστημα μετα τις εκλογές αποκόμισε αύξηση πάνω από 7% στα γκάλοπ.
Δυστυχώς τον καινούργιο χρόνο οι φοιτητές και οι εργαζόμενοι θα πρέπει να σκεφτουν και να δράσουν κυρίως αυτόνομα και να περιμένουν σε δευτερο χρόνο την επιχειρησιακή στήριξη (και όχι στα λόγια) από κόμματα (κοινοβουλευτικά κυρίως).