Από την εφημερίδα “Τα Νέα” (30/09/2008), άρθρο του Χρ. Κάτσικα για το σχολείο που θέλουμε και το σχολείο που έχουμε:
Όλα αυτά και άλλα είναι αλήθεια πως δημιουργούν «κατάγματα» στην εκπαιδευτική διαδικασία, στην ίδια την προετοιμασία του μαθητικού πληθυσμού για την αντιμετώπιση ενός απαιτητικού μέλλοντος. Με αυτούς τους όρους θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι το σχολείο λειτουργεί σαν μια εταιρεία σιδηροδρόμων που το μόνο για το οποίο ενδιαφέρεται είναι η τήρηση των ωραρίων του, δημιουργώντας έτσι αποικίες μαθητών- αλόγων κούρσας και μαθητών-ουραγών.
Πέντε χρόνια μετά την κυβερνητική υπόσχεση για χρηματοδότηση της εκπαίδευσης στο 5% του ΑΕΠ, η κρατική χρηματοδότηση δεν ξεπερνά και τη νέα σχολική χρονιά το 3,2%, με αποτέλεσμα η χώρα μας να παραμείνει στις τελευταίες θέσεις αναφορικά με το ποσό που δαπανά για κάθε μαθητή σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, το οποίο είναι περίπου 4.000 δολάρια, όταν ο μέσος όρος των 30 χωρών του ΟΟΣΑ είναι 7.343 δολάρια. Έτσι η δημόσια υποχρηματοδότηση της «δωρεάν παιδείας» θα «ροκανίσει» και φέτος τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, καθώς αναμένεται να κοστίσει στα ελληνικά νοικοκυριά συνολικά πάνω από 4 δισ. ευρώ. Αν συμπληρωματικά στα παραπάνω στοιχεία προσθέσουμε το γεγονός ότι το εισόδημα των Ελλήνων
ΑΚΟΜΗ ΓΙΑ ΜΙΑ ΧΡΟΝΙΑ,
απέναντι στην πραγματικότητα της σχολικής ετερότητας το ελληνικό σχολείο εξακολουθεί να ορθώνεται ισοπεδωτικό, μονολιθικό, άκαμπτο είναι το χαμηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση προσεγγίζοντας το 70% του κοινοτικού μέσου όρου, γίνεται φανερό τι σημαίνει αυτή η τρομερή επιβάρυνση των ιδιωτικών εκπαιδευτικών δαπανών για κάθε νοικοκυριό της χώρας μας.
Τα προβλήματα στη μάθηση από τον εξεταστικοκεντρικό χαρακτήρα του Λυκείου έρχονται να προστεθούν στα προβλήματα που έχουν ήδη δημιουργήσει και θα συνεχίσουν να δημιουργούν και φέτος πολλά από τα νέα βιβλία, τα οποία κατά δεκάδες εισήλθαν στην Υποχρεωτική Εκπαίδευση και δυσχεραίνουν την ουσιαστική επαφή του παιδιού με τη γνώση καθώς προκρίνουν την αποσπασματικότητα και την ιδεολογική μονομέρεια ενώ αυξάνουν σημαντικά τον βαθμό δυσκολίας. Η εκπαίδευση της αμάθειας βαθαίνει επικίνδυνα σπρώχνοντας σε απόγνωση εκπαιδευτικούς και εκπαιδευομένους.
Τη φετινή σχολική χρονιά πάνω από 100.000 μαθητές θα συνεχίζουν να φοιτούν πρωί- απόγευμα στα πάνω από 600 σχολεία διπλής βάρδιας (τα 120 στη Θεσσαλονίκη) με σημαντικές επιπτώσεις τόσο στη σχολική απόδοση όσο και στην επιβάρυνση βασικών φυσιολογικών τους λειτουργιών. Ωστόσο το υπ΄ αριθμόν ένα πρόβλημα που αναδείχθηκε φέτος ήταν η δημόσια στέγαση των μαθητών νηπιαγωγείου, καθώς το μέτρο για υποχρεωτικότητα φοίτησης σε αυτό δεν συνοδεύτηκε από την προετοιμασία των υποδομών. Έτσι λόγω έλλειψης των απαραίτητων υποδομών χιλιάδες νήπια αποκλείστηκαν από τη δημόσια προσχολική αγωγή, ενώ την ίδια στιγμή τα ιδιωτικά αύξησαν το πελατολόγιό τους κατά 20,3%.
Παράλληλα, φέτος, 33 χρόνια μετά τη συνταγματική κατοχύρωση της 9χρονης Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης, 6.000-7.000 παιδιά θα αναγκαστούν να εγκαταλείψουν την Υποχρεωτική Εκπαίδευση ναρκοθετώντας το μέλλον τους καθώς ένα νήμα συνδέει την απόρριψη στην εκπαίδευση από τον αποκλεισμό στην αγορά εργασίας, αφού σ΄ αυτό το έδαφος λιπαίνεται η φτώχεια, η περιθωριοποίηση και ο κοινωνικός αποκλεισμός.
Από την άλλη και φέτος, η έλλειψη επαρκών, άρτια εξοπλισμένων και στελεχωμένων διαγνωστικών μονάδων δεν θα επιτρέψει την έγκαιρη και πλήρη διαγνωστική εκτίμηση των ιδιαίτερων αναγκών των παιδιών με ειδικές μαθησιακές δυσκολίες- δυσλεξία. Έτσι, περίπου 80.000 μαθητές που θα παρουσιάσουν σοβαρές αναγνωστικές δυσκολίες εξαιτίας της δυσλεξίας θα οδηγηθούν στον… Καιάδα της σχολικής αποτυχίας, αφού περάσουν από την «Οδό του Μαρτυρίου».
Την ίδια στιγμή, ακόμη για μία χρονιά, απέναντι στην πραγματικότητα της σχολικής ετερότητας το ελληνικό σχολείο εξακολουθεί να ορθώνεται ισοπεδωτικό, μονολιθικό, άκαμπτο. Δεν είναι, φυσικά, τυχαίο που η πλειονότητα των «άλλων» μαθητών αποτυγχάνει μαζικά σ΄ ένα σχολείο το οποίο στα πλαίσια της μονογλωσσικής και μονοπολιτισμικής λογικής του «λειτουργεί» ως βιομηχανία αναπαραγωγής «παραγκωνισμένων», εκπαιδευτικά και κοινωνικά «εξοστρακισμένων».
“Τα Νέα”, 30/09/2008



